Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

i hate it here #2

Είναι περίεργες οι μέρες τούτες.

Ένας ακόμα θανάτος προ τριών μηνών, και αρχίζει να μοιάζει με στίχους από ποίημα. "Ένα θάνατο πάρε και δώσε." Ήταν απλή γνωστή, αλλά ήταν και μητέρα δύο παιδιών. Με έναν τρόπο δεν με άγγιξε πολύ, μέχρι που στην κηδεία είδα μία συνάδελφό της να κλαίει στην αγκαλιά μιας άλλης, συναδέλφου και αυτής υποθέτω. Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είναι η κλασική ιστορία που κλωθογυρίζεις στο μυαλό σου, καθησυχάζοντας παράλληλα όποια ανησυχία. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους, δεν είναι κάτι που συμβαίνει πιο μετά. Οι συνάδελφοί της ήταν στα τριάντα κάτι, και η ίδια στα τριάντα φεύγα. Όλοι μας μεγαλώνουμε και όλοι φτάνουμε στην ηλικία αυτή, που τελικά δεν σε καθιστά "μεγάλο", απλά λίγο πιο ευάλωτο σε τέτοιες μικρές καταστάσεις, τέτοια μικρά δράματα που λόγω κοινωνικού κύκλου είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι θα βιώσεις (όσο μικρός και αν είναι ο κύκλος σου).

 Αυτό όμως που θα ήθελα να σημειώσω σήμερα είναι κάτι το οποίο θα ξεχάσω. Περνάω καθημερινά με αυτοκίνητο από ένα σημείο με θέα στη θάλασσα. Έχει αρκετές βάρκες δεμένες σε μια προβλήτα, και σε ένα σημείο είχε τέσσερις πασσάλους μπηγμένους μέσα στη θάλασσα. Θες η απόσταση από την οποία τους έβλεπα, η εγκοπή που κάνει το χώμα στο συγκεκριμένο σημείο χαρίζοντας σου την εικόνα αυτή για μισό δευτερόλεπτο, θες η συγκεκριμένη γωνία, ή ακόμα και η εγγύτητά τους στην ακτή, τους είχα μπερδέψει την πρώτη φορά που τους είδα με ανθρώπους που έμπαιναν στη θάλασσα. Ο ένας πάσσαλος ήταν αρκετά ψηλότερος από τους άλλους τρεις, και οι σχετικές θέσεις τους ταίριαζαν σε μια τέτοια εικόνα. Ο ψηλότερος πάσσαλος είχε ακόμα και μία σχετική κλίση στο κατάλληλο σημείο, ώστε να μοιάζει με ψηλό άνθρωπο που σκύβει ελαφρά. Όλα έδιναν τη σωστή εντύπωση ώστε για δυόμισι χρόνια να περνάω από το σημείο αυτό και να βλέπω τον πατέρα και τα τρία παιδιά να παίζουν μπαίνοντας στη θάλασσα. Αποτελούσε μια στιγμή παγωμένη στο χρόνο, ακέραιη και ανεπηρέαστη από καιρικές συνθήκες ή τις διαθέσεις των περαστικών.

Μέσα στα μέσα του Σεπτέμβρη όμως, παρατήρησα ότι κάποιος είχε αφαιρέσει τους πασσάλους. Δεν ήταν κάποιο γεγονός μεγάλης σημασίας, ήταν εκεί και τώρα δεν είναι. Η πλειονότητα του κόσμου δεν θα το προσέξει καν. Υπάρχει όμως ένα μικρό ποσοστό που θα το προσέξει.

Η σταθερότητα είναι κάτι που συχνά υποτιμάμε, ακόμα και υπονομεύουμε. Επιζητούμε την αλλαγή, το διαφορετικό, το αλατοπίπερο για την άνοστη ζωή που καταλήγουμε να έχουμε. Και όμως, μέσα στη δική μου ζωή, που έχει τα πάνω και τα κάτω της, τις χαρές, τις λυπές, τους θυμούς και τις συγκινήσεις, οι τέσσερις άνθρωποι που έμπαιναν στη θάλασσα, παγιδευμένοι εν κινήσει στην ακινησία τους, πρόσφεραν σε μένα μία σταθερότητα. Ο άντρας που ήταν μέχρι το γόνατο στο νερό , ο πατέρας που προπορευόταν των δύο εκ δεξιών παιδιών του και ήταν ελάχιστα πιο πίσω από το παιδί στα αριστερά του, που έσκυβε ελαφρά για καλύτερη ισορροπία, και τα τρία παιδιά που φώναζαν και ανυπομονούσαν να φτάσουν στο σημείο που πλέον δεν θα έφταναν τον πυθμένα με τα πέλματά τους.

Θα μπορούσα να πω κάθε εποχή τι συμβόλιζε η εικόνα αυτή για μένα, αλλά κάτι τέτοιο θα αποτελούσε απλά μια εκλογίκευση και μια κατάτμηση ενός συνεχούς. Με κακοκαιρία, με κύματα, με βροχή και άνεμο, όταν φυσούσε, όταν είχε ζέστη και ήλιο ή απλή συννεφιά, οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι έμπαιναν στη θάλασσα, ενεπηρέαστοι από οτιδήποτε συνέβαινε γύρω τους.

Και ειναι από αυτά τα μικρά πράγματα, από τα παιχνίδια που υιοθετείς γιατί ξεγελούν το μάτι και στο χρόνο καθιερώνονται,  που άμα τα σταματήσεις ξεχνιούνται εύκολα. Αν και ένα μήνα μετά ακόμα στρέφεται το μάτι μου όταν περνάω από εκείνο το σημείο, θα έρθει η στιμγή που θα το ξεχάσω και μόνο περιστασιακά θα επανέρχεται και θα φεύγει πάλι. Όχι οτί με πειράζει πολύ, ήταν κάτι και τώρα είναι κάτι άλλο.

Απλά με τον τρόπο μου θελω να αναγνωρίσω τους τέσσερις πάσσαλους στη θάλασσα για αυτό που ήταν: μια ευχάριστη συνάντηση κάθε μέρα, μία σταθερότητα, μία ευπροσδεκτη στιγμή ξεγνοιασιάς και ελαφρότητας

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Marche Funèbre

Στις 24 Οκτωβρίου έκλεισε ένας τεράστιος κύκλος στη ζωή μου. Είναι κάποια πράγματα που συμβαίνουν και φαινομενικά τα ξεπερνάς εύκολα, τα εκλογικεύεις, τα ταξινομείς και τα θεωρείς λήξαντα, όμως δεν είναι. Για παράδειγμα, πριν 25 περίπου ώρες, καθώς βάδιζα για το σπίτι των γονιών μου, ένιωσα τρομακτικά μόνος, καθώς θα ήταν η πρώτη αλλαγή χρονιάς που θα ήμασταν χωρίς τη γιαγιά μας (την τελευταία από τη γενιά των παππούδων και γιαγιάδων). Κοντοστάθηκα, και άφησα το ρίγος να με διαπεράσει, και λογικά σκέφτηκα ότι αυτό ήταν για καλό, καθώς η γιαγιά μας υπέφερε τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Επίσης πρόλαβα να σκεφτώ ότι ο θάνατός της δεν απειλούσε με καμία έννοια την ενότητα της οικογένειας, προτού συνειδητοποιήσω ότι αυτή θα ήταν η δεύτερη αλλαγή χρονιάς, ότι η γιαγιά πέθανε πριν 1,5 χρόνο, και ότι -παρόλο που και ο δικός της θάνατος με απασχολούσε προφανώς σε κάποιο υποσεινήδητο επίπεδο- άλλος ήταν ο θάνατος που με ενοχλούσε εκείνη τη στιγμή.

Στις 24 Οκτωβρίου, όπως ξεκίνησα και πριν να λέω, έκλεισε ένας τεράστιος κύκλος στη ζωή της οικογένειάς μου, αλλά και στη δική μου ειδικά. Ήταν η ημέρα που κάναμε ευθανασία στο σκυλί μας. Είχε γεράσει, είχε πάθει εκφυλιστική μυελοπάθεια, ή κάτι παρεμφερές, και δεν υπήρχαν και πολλές εναλλακτικές από ένα σημείο και μετά. Είχαμε βρει ένα φάρμακο που επιβράδυνε την εξέλιξη της νόσου, αν και δεν ανέστρεφε τα συμπτώματά της. Τις φορές που επισκεπτόμουν τους γονείς μου και βγαίναμε με τον (***) βόλτα, τον έβλεπα να κυρτώνει τη μια του πατούσα μερικές φορές και να την πατάει ανάποδα, να δυσκολεύεται να σηκωθεί, να περπατήσει, να μπει μέσα στις πρασιές πάνω από το πεζούλι. Να δυσκολεύεται να σηκωθεί από το πάτωμα της κουζίνας, επειδή γλιστρούσαν τα πέλματά του, να κοιτάζει προς τη πλευρά μου όταν έμπαινα στο σπίτι, αντί να σηκώνεται όπως παλιότερα. Να αγριεύει με μένα ή με τους γονείς μου όταν προσπαθούσαμε να τον βοηθήσουμε να σηκωθεί. Να έχει αυξανόμενη ακράτεια.

Υπάρχει η άποψη ότι προσδίδουμε ανθρώπινα χαρακτηριστικά στα ζώα, και συμφωνώ με αυτήν. Δεν θα πω λοιπόν ότι λυπόταν για την κατάσταση που είχε φτάσει ή ότι κοιτούσε με ένοχο η λυπημένο βλέμμα. Θα πω όμως ότι η γιαγιά μου ήταν κοκέτα. Ναι, αλλάζω ελαφρώς θέμα. Μέχρι και τα 97 της, όταν περνούσε από καθρέφτη κοντοστεκόταν και έφτιαχνε το μαλλί της λίγο, ίσιωνε τη ζακετίτσα της μέχρι να ικανοποιηθεί από το αποτέλεσμα με το συνοδευτικό σχόλιο ότι "χάλια έχει γίνει, έχει γεράσει". Και τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής της που ήταν κατάκοιτη, και με σχετικά προχωρημένη άνοια, είμαι σίγουρος ότι θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να παραμελήσει τόσο τον εαυτό της. Θα προτιμούσε να είχε πεθάνει προτού χρειαστεί να περάσει από τις πάνες ακράτειας στις κανονικές πάνες είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, προτού ανοίξουν πληγές από την κατάκλιση στην πλάτη και τα πόδια της, παρά τα ειδικά στρώματα, προτού τα μαλλιά της γίνουν μια μεγάλη τζίβα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, παρά τις προσπάθειές μας, με αποτέλεσμα να της τα κόβουμε πολύ κοντά. Δεν θα το ήθελε αυτό.

Όμως, ήταν γιαγιά μας, την αγαπούσαμε και δεν υπήρχε άλλο ενδεχόμενο να εξετάσουμε. Έπαιρνε βιταμίνες, και ο οργανισμός άντεξε πολύ παραπάνω από ό,τι η συνοχή του μυαλού της. Στους τελευταίους μήνες της ζωής της σπάνια επικοινωνούσε, δεν ξέραμε αν είχε επίγνωση ότι ήμασταν πλάι της και απλώς μας κρατούσε μούτρα ή αν απλώς ήταν απούσα. Μερικές μέρες πριν πεθάνει, έπαθε δύο απανωτά εγκεφαλικά. Όταν επανήλθε, 2 μέρες πριν πεθάνει, την επισκέφτηκα. Αν και δεν μπορούσε να μιλήσει και δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται πλήρως, έκατσα και της μίλησα. Της είπα να μην κουράζεται άλλο εδώ, να φύγει για να ηρεμήσει και η ίδια. Και όπως ήταν λογικό με πήραν τα κλάματα γιατί κατάλαβα ότι αποχαιρετούσα τη γιαγιά μου, τη γιαγιά που με είχε μεγαλώσει όταν δούλευαν οι γονείς μου, τη γιαγιά που μου είχε αδυναμία γιατί είχα το όνομα του παππού, τη γιαγιά που έμενε μαζί μας από τα 15 μου όταν πέθανε ο παππούς, τον τελευταίο ζώντα δεσμό με δύο γενιές πριν. Όταν με πήραν τα κλάματα, καθισμένος όπως ήμουν στο πλάι της, η γιαγιά αναδύθηκε από όποια κρυψώνα είχε στο μυαλό της, άπλωσε τα χέρια της σε μένα και καρφώνοντας τα μάτια της σε μένα, είπε κάτι ακατάληπτα παρηγορητικό, μια μακριά σειρά φωνηέντων που με παρακαλούσαν με τον τόνο της φωνής που τα πρόφερε να μην κλαίω και να σταματήσω. Σταμάτησα. Μιάμιση μέρα μετά η γιαγιά πέθανε. Σχεδόν χάρηκα. Πιο σωστά, ανακουφίστηκα.

Επιστρέφω στο σκυλί μας. Ήταν το ίδιο πράγμα, μόνο που για κάποιο λόγο στη χώρα μας μπορείς να επιλέξεις έναν ευπρεπή θάνατο για το κατοικίδιο σου, ενώ τους ανθρώπους που αγαπάς αναγκάζεσαι να τους δεις να μετατρέπονται σε μια ζωντανή μάζα με ασθενή σφυγμό και ακόμα και τότε δεν έχεις άλλες επιλογές. Είχα ξεκαθαρίσει στους γονείς μου ότι αν του κάνουν ευθανασία, ήθελα να είμαι παρών. Αισθανόμουν ότι του το όφειλα. Με έναν τρόπο η γιαγιά και ο (***) ήταν οι προσθήκες που εμπλούτιζαν την κατά τα άλλα απόλυτα πυρηνική οικογένειά μας. Τον (***) τον είχαμε δεκατεσσεράμισι χρόνια, έφηβος ήμουν και τώρα είμαι τριάντα ένα.

Κοιμόταν στο δωμάτιο μου τα περισσότερα βράδια, από το λύκειο στο πανεπιστήμιο, μέχρι που πήγα στρατό. Εκεί άρχισε να πηγαίνει στων γονιών το δωμάτιο. Μετά το στρατό είχαμε αλλάξει σπίτι, δεν έμεινα πολύ στο σπίτι, έφυγα για μεταπτυχιακό, και μετά μετακόμισα. Ζήτησα από τους γονείς μου να τον πάρω μαζί μου, αρνήθηκαν. Τον έβλεπα όμως κάθε που τους επισκεπτόμουν, ή τον κρατούσα μερικές μέρες όταν έπρεπε να λείψουν εκτός πόλης. Η σχέση μας είχε αλλάξει. Πλέον αποζητούσε τον πατέρα μου, εγώ είχα γίνει απλώς ένα μέλος της αγέλης με τακτικές εμφανίσεις, αλλά όχι μόνιμο. Όχι ότι δεν παίζαμε. Όχι ότι δεν με αγαπούσε, ή ότι δεν ήταν συναισθηματικός μαζί μου.

Οπότε πήγαμε στο γιατρό, έναν εκπληκτικό κτηνίατρο που συμπεριφέρθηκε με τρομερό σεβασμό και σε μας ενημερώνοντάς μας για το τι κάνει, και πιο σημαντικό, με τρομερό σεβασμό στο σκυλί. Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω ακριβώς τι μας είπε όσο προετοίμαζε την ένεση, με είχαν πιάσει δυνατοί λυγμοί. Είχα στραφεί από την άλλη μεριά, να μην με βλέπει ο πατέρας μου, ο (***), ο κτηνίατρος ή οι δύο κοπέλες που εργάζονταν και αυτές εκεί. Είχα κολλήσει στην πόρτα του γραφείου, έχοντας επίγνωση ότι τα κλάματά μου ακούγονται πιο έντονα έτσι στην αίθουσα αναμονής, όπου υπήρχαν τρία άτομα με δύο σκυλιά, νιώθοντας μια αμυδρή αίσθηση ντροπής που εκδήλωνα έτσι τα αισθήματά μου. Όταν χορηγήθηκε η ένεση, χάιδεψα το τρίχωμα του, προτού περάσει ένα λεπτό είχε τελειώσει. Πλέον δεν είχαμε σκυλί, δεν είχαμε γιαγιά, είχαμε μείνει πάλι μία οικογένεια πυρηνική, πιο φτωχή κατά δύο πια μέλη. Πλέον δεν θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε τη συμπεριφορά του, ούτε να τον πειράξουμε που καθόταν κάτω από το τραπέζι, ούτε να τον χαϊδεύουμε με τα πόδια μας την ώρα του φαγητού, τίποτα.

Σε κάποια στιγμή στάθηκα από πάνω του και πρόσεξα ότι είχε ανοιχτά μάτια. Ορμώμενος από τόσες ταινίες και ιστορίες, θεώρησα ότι έπρεπε να τα κλείσω. Φοβήθηκα ότι το άγγιγμα θα πυροδοτούσε νέα κλάματα και πήρα βαθιά ανάσα. Τα μάτια δεν έκλεισαν με την πρώτη προσπάθεια. Δεν υπήρχε όμως δεύτερη. Μπροστά μου πλέον δεν ήταν το σκυλί που είχα αγαπήσει δεκατεσσεράμισι χρόνια. Ήταν απλώς η σορός του, ένα άδειο κουφάρι. Ο ίδιος είχε φύγει, νεκρός και ήρεμος πια.

Η γνώση ότι είχε τελειώσει, ότι δεν θα έκλαιγε πια επειδή πονούσε, ότι δεν θα σκόνταφτε και δεν θα μπορούσε να σηκωθεί, η γνώση ότι είχε τελειώσει με ηρέμησε. Δεν έκλαψα άλλο και μέχρι απόψε που κάθισα να τα γράψω δεν είχα κλάψει ξανά για αυτόν. Εκείνη την ημέρα πήρα την αλυσίδα του και το λουρί του, τα έχω κρατημένα, ευχαρίστησα με τον πατέρα μου τον κτηνίατρο, και φύγαμε. Βγαίνοντας, προσπερνώντας τους ανθρώπους και τα σκυλιά στην αίθουσα αναμονής, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα μου στην έξοδο για να μην πιάσω καμιά ματιά τους είχα την τρομακτική συνειδητοποίηση ότι στην περίπτωση της γιαγιάς μου δεν είχα κλάψει τόσο σπαρακτικά.

Και για να επιστρέψω στη αφήγηση της χθεσινής παραμονής: Στέκομαι στο πεζοδρόμιο, ο αέρας να παγώνει τα δάχτυλα που με επιμονή κρατούν το τσιγάρο και αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι η πρώτη αλλαγή χρονιάς χωρίς τη γιαγιά, είναι η πρώτη αλλαγή χρονιάς χωρίς το σκυλί μας. Αν και ξέρω και πάλι ότι ο οικογενειακός ιστός δεν θα καταρρεύσει από την απώλεια αυτή, νιώθω μια ανησυχία. Όχι ότι ακριβώς μεγαλώνουμε, αλλά ότι λιγοστεύουμε. Μείναμε τέσσερις, δύο γονείς και εμείς τα δύο παιδιά τους, ενήλικες άνθρωποι στα τριάντα. Λιγοστεύουμε, μικραίνει η οικογένεια. Είχε πολύ κρύο μέχρι να φτάσω στο σπίτι των γονιών μου.

΄

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Πες μου ένα ψέμα σήμερα #1


Ο Τζάνα είναι από τα πιο συμπαθητικά παιδιά που έχω γνωρίσει. Αλβανικής καταγωγής, ζει με τους γονείς του σε μια κωμόπολη ή χωριό κάπου στην Ελλάδα. Είναι δώδεκα χρονών, του αρέσει η μουσική και οι βόλτες. Σχεδόν του αρέσουν αυτά, μια πιο ακριβής περιγραφή είναι ότι τον ηρεμούν. Μπορείς να του τραγουδήσεις μία μελωδία, να χτυπήσετε παλαμάκια μαζί, και θα χαμογελάσει.
Οι γονείς του, άμα δεχτούμε τα όσα μας μετέφεραν από τα λόγια του πατέρα του, δεν τον θεωρούν ιδιαίτερα έξυπνο. Για την ακρίβεια, τον θεωρούν βλάκα, κούτσουρο. Παρόλα αυτά, οποιοσδήποτε αν κάτσει να ασχοληθεί με το παιδί αυτό, θα καταλάβει ότι ο Τζάνα αντιλαμβάνεται τα πάντα και παρουσιάζει εκπληκτικό ρυθμό εκμάθησης. Παρόλα αυτά, δεν του έχει δοθεί η ευκαιρία. Οπότε μεγαλώνει σε ένα ανεπαρκές περιβάλλον.
Τα βράδια κάνει πολύ ανήσυχο ύπνο. Το επίθετο "ταραχώδης" θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τον ύπνο του. Στριφογυρίζει, πετάει τα χέρια δεξιά και αριστερά, στρέφεται ολόκληρος κάθετα στο κρεβάτι με αποτέλεσμα να σε ξυπνάει με τις κλωτσιές του αν έχεις κάνει το λάθος να κοιμάσαι στο διπλανό κρεβάτι. Α, ναι. Χρειάζεται δύο κρεβάτια για να κοιμηθεί, λόγω της κινητικότητάς του κατά τη διάρκεια του ύπνου. Στη διάρκεια της νύχτας μπορεί να σε ξυπνήσει αρκετές φορές, και όχι μόνο με τις κλωτσιές του. Μπορεί να σε χτυπήσει άθελά του με τα χέρια του, μπορεί να κατρακυλήσει ως το κρεβάτι σου και να βολευτεί εκεί, αφήνοντάς σου μια λωρίδα 35-40 εκατοστών να βολευτείς αν δεν θέλεις να πέσεις από το κρεβάτι. Οπότε, αναγκαστικά θα σηκωθείς, θα μετακινήσεις τα πόδια του και έπειτα και τον κορμό του πίσω στο δικό του κρεβάτι.
Όταν εκνευρίζεται, μπορεί να σου φωνάξει, να βάλει τα κλάματα, ή -συνήθως- να προσπαθήσει να σε δαγκώσει ή να σε βαρέσει κουτουλιά με το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το -σχεδόν- αστείο είναι ότι αν τον έχεις αγκαλιά για να ηρεμήσει, θα στρέψει το κεφάλι του, θα δει που ακριβώς είναι τοποθετημένο το πρόσωπό σου, και μετά θα ρίξει την κουτουλιά, όσο καλύτερα προσανατολισμένη γίνεται (και πιστέψτε με, ξέρει σημάδι). Το μόνο ευτυχές σχετικά με τα δαγκώματα είναι ότι η άνω οδοντοστοιχία του έχει μία ελαφριά κλίση προς τα έξω, αφήνοντας έτσι ένα απλό τύπωμα δοντιών στο δέρμα, και δεν κάνει σοβαρές πληγές.
Και παρά τις δαγκωματιές, τα κλάματα και τις κουτουλιές, τα τραβήγματα και τις φωνές, είναι ένα εξαιρετικό παιδί. Έχει ένα εκπληκτικό χαμόγελο και ένα εξαιρετικό γέλιο.
Και εάν όταν τον βάλεις για ύπνο κάτσεις λίγο μαζί του για να αποκοιμηθεί, μπορείς να του κρατήσεις το χέρι και να του ψιθυρίσεις ένα τραγούδι για να κοιμηθεί πιο ήρεμα. Και όταν σε ξυπνήσει με τις κλωτσιές του, πάλι αν παρατηρήσεις θα υπάρχει ένα χέρι απλωμένο στο κρεβάτι σου, μόνο του. Μπορείς να του το κρατήσεις και δεν χρειάζεται να φοβάσαι ότι θα σε δαγκώσει.

Ο Πάνος από την άλλη είναι από τα άτομα που δεν συμπαθώ ιδιαίτερα. Είναι 30 (περίπου) ετών, και είναι κολλημένος με τη μπάλα που λέει ο σοφός λαός μας. Έχει συντονιστεί στη συχνότητα σεξ-ή-αυτοϊκανοποίηση και δεν λέει να ξεκολλήσει. Μπορεί να μιλάει όλη τη μέρα για τη μία γκόμενα ή την άλλη, και στην πορεία να αγνοεί παντελώς οτιδήποτε άλλο συμβαίνει. Στο οικογενειακό του περιβάλλον ενθαρρύνουν αυτή τη συμπεριφορά (μπορώ μόνο να υποθέσω), και έχει συνηθίσει να πίνει και μερικά τσίπουρα (ή καμιά μπύρα) παραπάνω. Αν και αναγνωρίζει τα σφάλματά του μερικές φορές, τα σοβαρότερα από αυτά απλώς τα προσπερνάει. Αναγνωρίζει πότε γίνεσαι χειριστικός μαζί του, και εκνευρίζεται.
Και όταν αποφασίσει να πάει να βρει τη γκόμενά του, δυστυχώς δεν μπορεί να τον συγκρατήσει κανένας. Ακόμα και αν η ίδια δεν θέλει να τον δει, άμα του θυμώσει, είναι αποφασισμένος ότι πρόκειται περί καρμικής σχέσης (δική μου περιγραφή, όχι δική του), και προσπαθεί να φτάσει κοντά της με οποιονδήποτε τρόπο. Στο παρελθόν χρειάστηκε να τον κρατάμε πέντε για να τον σταματήσουμε. Παλικάρι από τα λίγα.

Ο Αντώνης από την άλλη, Αντωνάκης όπως συστήνεται ο ίδιος, είναι στην εφηβεία. Διαόλου κάλτσα θα μπορούσε να τον περιγράψει κανείς. Καλό παιδί, πονηρό χαμόγελο, ευέξαπτος χαρακτήρας. Τυπικός έφηβος. Του αρέσει ο Μαζωνάκης, και άλλοι του λαϊκού ρεπερτορίου. Δεν τον διακρίνει η ευγένεια. Θέλει τα πράγματα των άλλων, ό,τι και αν είναι αυτά, με μια μικρή προτίμηση στα κρουασάν. Και δεν θα σου πει ευχαριστώ, εκτός και αν του το επισημάνει κάποιος. Δεν θα σου πει καλημέρα, ούτε γεια, ούτε καληνύχτα και δεν θα σε ρωτήσει τι κάνεις. Παρόλα αυτά, με το που θα του ξεφύγει ένα ρέψιμο, θα ζητήσει αμέσως συγνώμη και θα σε αφήσει να αναρωτιέσαι.
Έχει ουλές στο σώμα, κάποιες από καψίματα, και κάποιες που μπορεί να προέρχονται από καυγάδες στα χέρια και στην πλάτη. Λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του, μπορεί να στραφεί εναντίον σου απότομα, να σε σκυλοβρίσει και να απειλήσει να σε χτυπήσει (βιαιοπραγεί, αλλά πιο σπάνια). Σε αυτήν την περίπτωση μπορείς να προσπαθήσεις να τον ηρεμήσεις με τα λόγια. Όπως όλα τα σωστά αλάνια (μην το σκέφτεστε καν, δεν υπάρχουν σωστά αλάνια και σωστοί μάγκες εδώ και χρόνια...), αναγνωρίζει έναν κώδικα ηθικής, του οποίου μπορείτε να κάνετε χρήση στην προσπάθεια σας. Γνωρίζει ότι ένας μάγκας σωστός δεν βρίζει μία γυναίκα, δεν απειλεί μικρότερα ή πιο αδύναμα παιδιά και δεν βρίζει ή απειλεί με βία μόνο και μόνο επειδή δεν έγινε το δικό του. Απλώς συνήθως το ξεχνάει μέσα στα νεύρα του.
Τα μεσημέρια, αν θέλετε να κοιμηθείτε, ο Αντώνης θα γυροφέρνει το χώρο και θα μιλάει, είτε μαζί σας είτε μόνος του. Ακόμα και αν του επισημάνετε πως θα εκτιμούσατε λίγη ησυχία, δεν θα σας κάνει το χατίρι. Αν σταματήσετε να του μιλάτε εξηγώντας του ότι θα κοιμηθείτε, και συνεχίσει να μιλάει (που θα συνεχίσει), μην εκπλαγείτε αν μετά από κανένα δεκάλεπτο έρθει και χαϊδεύοντας το χέρι σας σας ζητήσει συγνώμη. Είπαμε, σωστά αλάνια, κώδικας ηθικής. Δώστε του την ευκαιρία να σας το δείξει ότι γνωρίζει τι είναι σωστό.
Και μέσα σε όλα τα νεύρα του, τις βρισιές και τις απειλές του, κρύβεται ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος μέσα στην ανασφάλεια, τους φόβους και το θράσος. Με την ίδια άνεση που απαιτεί να του δοθεί ένα αναψυκτικό ή ένα κρουασάν, με την ίδια άνεση επιδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης του προς το πρόσωπό σας αρνούμενο να σας εμπιστευτεί τη θήκη με τα CD του, και με την ίδια άνεση σάς εμπιστεύετε βάζοντας το χέρι του μέσα στο δικό σας όταν περπατάτε.



Θα ήθελα να μπορούσα να το κλείσω αυτό το κείμενο, να συνδέσω τα τρία αυτά πρόσωπα με κάποιον άλλον τρόπο πέρα από αυτόν που απέκλεισα εξαρχής, αλλά δεν μπορώ. Είναι τρεις καθόλα διαφορετικές προσωπικότητες που δεν θα τις τυποποιήσω κάτω από μια ονομασία για να παρουσιάσει συνοχή αυτό το κείμενο.

Ό,τι καταλαβαίνει ο καθένας/ η καθεμία οφείλει να μην του/ της είναι αρκετό.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Rite of passage

Ένα αναπόσπαστο μέρος της ωρίμανσης ενός ατόμου είναι να ορίσει τα όνειρά του και τον ίδιο του τον εαυτό. Τι θέση κατέχει στον κόσμο που τον περιβάλλει, και τι όνειρα και αξιώσεις προσδίδει στο πρόσωπό του. Ο σχηματισμός οικογένειας σε πολλές περιπτώσεις κατέχει μία σημαντική θέση σε αυτά τα όνειρα και τις αξιώσεις, είτε εξαρχής, είτε όπως εκτυλίσσεται σταδιακά και απρόβλεπτα συχνά η ζωή του ανθρώπου.

Και με τα παιδιά αλλάζει ελαφρώς το πράγμα. Η σάρκα από τη σάρκα σου και το αίμα από το αίμα σου αρχίζει να μεγαλώνει και να κατέχει μία παρόμοια θέση με τη δική σου, να σχηματίζει δικά του όνειρα και σχέδια. Εσύ όμως συνεχίζεις να κάνεις τα δικά σου, μόνο που αυτή τη φορά εμπεριέχουν και τα παιδιά σου. Και υπάρχουν συγκεκριμένα πταίσματα, στα οποία υποπέφτουν οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι γονείς. Το να γίνεις γονιός, ας πούμε, είναι το όνειρο να αποκτήσεις παιδιά. Το να γίνεις παππούς ή γιαγιά είναι το όνειρό σου να αποκτήσει το παιδί σου δικά του παιδιά (ώστε να τα χαρείς και εσύ). Είναι κάτι σαν το όνειρο του να γίνει ένας φίλος σου εκατομμυριούχος. Δεν γίνεσαι εσύ εκατομμυριούχος, ούτε υφίστασαι εσύ τις συνέπειες της μεταλλαγής αυτής. Εσύ απλώς απολαμβάνεις το προνόμιο του να στέκεσαι δίπλα στο φίλο σου και να εκπληρώνεται το όνειρό σου. Οπότε εξαρτάται από το φίλο σου να συμμεριστεί αυτό το όνειρο και να το πραγματοποιήσει.

Επιστρέφοντας στις σχέσεις γονέα - παιδιού, τα όνειρα και τις αξιώσεις που προβάλλει ο γονέας στο παιδί του, αν και εντός λογικών ορίων δεκτά, θεμιτά και απαραίτητα, δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις σωστά. Αν θέλεις το παιδί σου να γίνει γιατρός, πολύ κρίμα, γιατί το παιδί σου θέλει να γίνει γιάπης δικηγόρος. Αν ήθελες το παιδί σου να γίνει δικηγόρος, tough luck, γιατί αποφάσισε να γίνει βιολόγος με διδακτορικό και θέση ως καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο. Ή αν θέλεις να γίνει δασκάλα, ατύχησες, καθώς περνάει πολύ καλύτερα ως κομμώτρια, και πιθανότατα πληρώνεται και καλύτερα. Εν ολίγοις, δεκτό και σεβαστό το όνειρό σου για τη ζωή του παιδιού σου, αλλά η ζωή αυτή είναι του παιδιού σου και οι πιθανότητες λένε ότι έχει δικά του/ της όνειρα και αξιώσεις για αυτήν.

Εστιάζοντας στη θέση του παιδιού, είναι στη διακριτική ευχέρεια να δεχτεί και να εκπληρώσει τα όνειρα των γονιών του, ή να τα απορρίψει και να τραβήξει το δρόμο του. Και σε ορισμένα θέματα και όνειρα, ενυπάρχει ένα στοιχείο υποκρισίας αν το παιδί δεν ξεκαθαρίσει ότι το όνειρο που θα πραγματοποιηθεί δεν είναι αυτό των γονιών του. Και αυτό, επειδή σε πολλές περιπτώσεις, δεν μιλάμε περί ονείρων "εγώ-όταν-μεγαλώσω-θα-γίνω-αστροναύτης" "όχι-θα-γίνεις-υδραυλικός", αλλά για τρόπους ζωής, αξίες, και ταυτότητες, κάτι σαν "όταν-μεγαλώσεις-και-γίνεις-πατέρας-και-μου-κάνεις-εγγόνια" "όταν-μεγαλώσω-θα-κάνω-εγχείριση-διόρθωσης-φύλου-οπότε-δεν-θα-γίνω-πατέρας-με-την-καμία". Δεν υπάρχει τρόπος να υπερασπίσεις την ταυτότητα σου απέναντι στους γονείς σου, χωρίς να ποδοπατήσεις μερικές τουλίπες από αυτές που στολίζουν τα όνειρά τους. Συνήθως βέβαια δεν είναι μερικές τουλίπες, αλλά ό,τι πήρε παραμάζωμα η μπουλντόζα που έστειλες εκεί μέσα.

Εδώ θα αλλάξουμε λίγο οπτική γωνία. Φαντάσου για μια στιγμή να είσαι ο γονιός του, και το παιδί σου να σου λέει ότι άκυρα τα όνειρά σου, επειδή είναι άθρησκος, επειδή φεύγει για να πάει σε μοναστήρι, επειδή είναι λεσβία, επειδή ερωτεύτηκε αλλόθρησκο/ αλλοεθνή (αν είσαι κομματάκι δα ρατσιστής), επειδή τόσα άλλα. Απογοητεύεσαι, συντρίβονται τα όνειρά σου, νιώθεις μία απόσταση ανάμεσα σε σένα και το παιδί σου, φοβάσαι για το μέλλον.

Έλα τώρα όμως στη θέση του παιδιού. Να ξέρεις ότι αυτό που θα πεις θα απογοητεύσει τους γονείς σου. Ξέρεις τα όνειρα που έχουν για σένα και συνθλίβοντάς τα νιώθεις μία απογοήτευση και εσύ. Καλώς ή κακώς απογοητεύεις τους γονείς σου. Και στιγμές πριν το κάνεις, το ξέρεις ότι θα συμβεί έτσι. Αλλά νιώθεις ότι είναι ένα απαραίτητο στάδιο. Όχι η καταστροφή των ονείρων τους, ούτε η απογοήτευσή τους, αλλά η επικοινωνία της ταυτότητάς σου. Αν έχεις μεγαλώσει με συγκεκριμένες αρχές, είναι και θέμα ανταπόδοσής τους. Αν οι γονείς σε ανέθρεψαν να μην είσαι υποκριτής, το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να μην είσαι υποκριτής απέναντί τους.

Μαμά, μπαμπά, λυπάμαι για την αναστάτωση απόψε. Δεν το έκανα με κακή πρόθεση. Ήθελα να είμαι ειλικρινής απέναντί σας. Λυπάμαι που το καθυστέρησα τόσα χρόνια, χρόνια στα οποία εσείς χτίζατε όνειρα πάνω μου. Δεν είναι δικά μου όμως τα όνειρα αυτά, ποτέ δεν ήταν.

Σας αγαπώ και τους δύο.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

I hate it here #1 (Οι κανόνες και οι κανόνες παράβασής τους)

Εξαρτάται από το τι μέρα θα είναι. Μπορεί να ξυπνήσω από τη λάθος μεριά του κρεβατιού, μπορεί ο καφές και το πρωινό τσιγάρο να μην έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, μπορεί να με αγριοκοιτάξει ένας μαλάκας στο δρόμο, μπορεί χίλια πράματα. Μπορεί βέβαια ο καφές να είναι τέλειος, το τσιγάρο εξαίσιο, η κάθε μεριά του κρεβατιού ονειρική, και οι άνθρωποι στο δρόμο ονειρικά στον κόσμο τους.

Σε αυτήν την πόλη, σε κάθε πόλη, οι ζωές μας είναι σε τέτοιο βαθμό μπλεγμένες η μία μέσα σε τόσες άλλες, που είναι σχεδόν αδύνατον οι καθημερινές σου επιλογές να μην έχουν κάποια επίδραση στις ζωές άλλων ανθρώπων.

Έχω τρεις ζωγραφιές στο δωμάτιο μου. Η πρώτη είναι από την κόρη μιας φίλης μου, η οποία με τρεις αποχρώσεις του πράσινου, με κίτρινο και μπλε έχει απεικονίσει ένα λιβάδι με κίτρινα λουλούδια, στο οποίο παίζει/χορεύει μια σειρά από παιδιά, έναν ουρανό γεμμάτο (πράσινα) σύννεφα, και έναν (σκούρο πράσινο) ήλιο. Ίσως έχει και γλάρους (πράσινους) ζωγραφισμένους, δεν είμαι σίγουρος, αν και μοιάζουν αρκετά με γλάρους. Και με σίγουρες, σταθερές γραμμές, και γράμματα που διαδοχικά αυξάνονται σε μέγεθος (αν και μόλις τέσσερα), γράφει το όνομα της.

Η δεύτερη είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Έχει πολλά χρώματα, έχει πάλι λουλούδια, ένα σπιτάκι (πολύχρωμα αυτά), μια σειρά από κόικκινα και ροζ σύννεφα, και ένα ακόμα, πράσινο αυτή τη φορά, σύννεφο στη δεξιά άκρη. Το όνομα είναι γραμμένο με λιγότερη σιγουριά, με την ίδια όμως ακρίβεια, και πάλι με τα γράμματα να μεγαλώνουν διαδοχικά. Τη ζωγραφιά αυτή τη ζωγράφισε η κόρη μιας γνωστής μου, αφού την παρακάλεσα θερμά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Την τρίτη ζωγραφιά την απέκτησα σήμερα. Απεικονίζει ένα καφέ καράβι, με καφέ σημαία και γαλάζια φτερά, ενώ κάτω από τα τυρκουάζ κύμματα που έχει σχεδιάσει υπάρχουν δύο ψάρια, το ένα καφέ, το άλλο πορτοκαλί. Τέλος, υπάρχει ένας πορτοκαλί γλάρος που πετάει δίπλα από το καράβι και κάτω από τον κίτρινο ήλιο. Ο γιος μιας γνωστής από τον επαγγελματικό μου χώρο είχε μόλις τελειώσει τη ζωγραφιά όταν μπήκα στο χώρο που βρισκόταν. Αφότου μου εξήγησε τι είχε ζωγραφίσει (αρκετά εντυπωσιακό το αποτέλεσμα, καθότι τα ζωγράφισε αυτά μόνος του, και με νερομπογιές παρακαλώ, σε αντίθεση με τις ανωτέρω δύο ζωγραφιές που είναι σχεδιασμένες με μαρκαδόρους), έφερε τη ζωγραφιά του σε εμένα, για να γράψω το όνομά του. Και μετά, αρκετά τυπικό από μικρά παιδιά που δεν ξέρουν τι να κάνουν με τις ζωγραφιές τους, μου τη χάρισε.

Έτσι τώρα έχω τρεις ζωγραφιές στο δωμάτιο μου. Και ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί τις κρατάω. Πιάνουν χώρο, δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα και μου αποσπούν την προσοχή όταν ανεμίζουν στον ανεμιστήρα. Παρόλα αυτά, αντί να τις κατεβάσω από τον τοίχο και να τις πετάξω, πιάνω τον εαυτό μου να τις χαζεύει και να καρφιτσώνει και την επόμενη που λαμβάνω. Πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελάει σχεδόν κοιτάζοντάς τις, να στρέφομαι να τις κοιτάξω όταν σκέφτομαι, όταν πιέζομαι, όταν χρειάζομαι κάτι άμεσα κατευναστικό και χαλαρωτικό. Δεν λέω ότι θα τις κρατήσω για πάντα, νομίζω όμως ότι η αφέλεια που κρύβουν αυτές οι ζωγραφιές τις καθιστά ανεκτίμητες.

Απλά χρειάζομαι την αφέλεια αυτή. Όσο και αν μου αρέσει η ζωή στην πόλη, και δη, σε αυτήν την πόλη, όσο και αν μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο στις ζωές τους από ένα παγκάκι ακούγοντας τη μουσική μου, να έχω τα ακουστικά στα αυτιά μου να πάλλουν μελωδίες καθώς περπατάω στους θορυβώδεις δρόμους, γεγονός παραμένει ότι η ζωή εδώ γίνεται κατά καιρούς λίγο βάρβαρη. Και ανυπόφορη. Και ο κόσμος δυσανασχετεί, δυσαρεστείται, γκρινιάζει, αγανακτεί, βρίζει, φτύνει, χτυπάει, κλωτσάει, αδιαφορεί, προσπερνάει.

Νόμιζω ότι όλοι χρειαζόμαστε την προαναφερθείσα αφέλεια...